
Όταν το ειπε αυτό , ο αντρας που τον ελεγαν γκεντ εβαλε το χερι του πανω απ’ το δικο της που κρατουσε το σπασμενο φυλαχτο. Εκεινη σηκωσε το βλεμμα ξαφνιασμενη , και τον ειδε ξαναμμμενο από ζωντανια και θριαμβο, να χαμογελαει. Απελπιστηκε και το φοβηθηκε. ‘ μας ελευθερωσες και τους δυο μας ‘ της ειπε ‘ μονος κανεις δεν κερδιζει την ελευθερια . εμπρος, ας μην χανουμε καιρο οσο εχουμε ακομα καιρο. Κρατησε το άλλη μια φορα , για λιγο’. Ειχε κλεισει τα δαχτυλα της πανω απ’ τα ασημενια κομματια, με τις σπασμενες ακρες να αγγιζουν.
…………………………..
Καθως το κοριτσι ψαχουλευε την πορτα και την ξεκλειδωνε της ειπε ‘ευχομαι να ειχα το ραβδι μου’, κι εκεινη του απαντησε, ψυθιριζοντας ακομα , ‘είναι εξω από την πορτα . το εφερα’.
‘Γιατι το εφερες’ τη ρωτησε περιεργα,
‘ειχα σκεφτει να σε παω στην πορτα . να σε αφησω να φυγεις’
‘αυτή ηταν μια επιλογη που δεν την ειχες. Μπορουσες να με κρατησεις σκλαβο, και να εισαι και η ιδια σκλαβα , ή να με ελευθερωσεις και να ερθεις ελευθερη μαζι μου. Ελα μικρουλα μου, κουραγιο , γυρισε το κλειδι’
……………………………..
Το κοριτσι καταλαβε ότι επρεπε να τον οδηγησει. Μονο εκεινη ηξερε το δρομο που εβγαινε από τον λαβυρινθο, κι εκεινος περιμενε να την ακολουθησει.
………………………………
‘κανε φως τον παρακαλεσε’ δεν μπορω δεν μου περισευει δυναμη. Τεναρ ξερουν ότι αφησαμε το θυσαυροφυλακιο . ξερουν ότι περασαμε το λακκο. Μας ψαχνουν, αναζητουν τη θεληση μας , το πνευμα μας. Για να το σβησουν , να το καταβροχθισουν. Πρεπει να κρατω το πνευμα μας ισχυρο. Ολη μου η δυναμη ξοδευεται σε αυτό. Πρεπει να τους αντισταθω , μαζι σου. Με την βοηθεια σου. Πρεπει να συνεχισουμε.’
………………………………………….
Η πορτα ηταν ανοιχτη.
‘ γιατι είναι ανοιχτη’ ειπε
‘ γιατι οι κυριοι σου χρειαζονται τα χερια σου να την κλεισουν γιαυτους’
…………………………………..
Εβαλε το χερι της στο δικο του , και πηγε μαζι του.δεν μπορουσε να τρεξει. Κατηφορισαν το λοφο περπατωντας. Από το μαυρο στομα αναμεσα στα βραχια πισω τους ξεπηδησε ένα μακρυ, μακρυ στριγκο βογγητο μισους και θρηνου. Πετρες επεφταν γυρω τους. Το εδαφος ετρεμε. Προχωρησαν, εκεινη με τα ματια της παντα στυλωμενα στη λαμψη των αστρων στο καρπο της.
……………………………………………
Ηταν πολύ παραξενο. Το να ζει κανεις, το να βρισκεται στον κοσμο, ηταν πολύ πιο μεγαλειωδες και παραξενο απ΄οσο ειχε ποτε της φανταστει.
Δεν ηξερε τιποτα για τα δαση , ή τις πολεις ή τις καρδιες των ανθρωπων.
Κι η ζωη επισης είναι ένα τρομερο πραγμα και πρεπει να την φοβομαστε και να την τιμουμε
Χρησιμοποιω την αγαπη σου , όπως καποιος θα’καιγε ένα κερι , για να φωτισει τα βηματα του.
Για να δεις το φως ενός κεριου πρεπει να το παρεις μαζι σου σ’ένα σκοτεινο μερος.
‘Αλλα πως γινεται και ολοι οι μαγοι στο νοτο εχουν χασει την τεχνη τους ενώ εσυ διατηρεις την δικη σου?’
‘Γιατι εγω δεν επιθυμω τιποτε άλλο εκτος από την τεχνη μου’
‘Ποσο μικρο πραγμα είναι ο ανθρωπος! Ποσο ευθραυστο και ποσο τρομερο
Νομιζω ότι καταλαβαινω τωρα γιατι λες ότι μονο οι ανθρωποι κανουν κακο. Ακομη και οι καρχαριες είναι αθωοι, σκοτωνουν γιατι είναι αναγκασμενοι’
Γιαυτο και τιποτε δεν μπορει να μας αντισταθει. Μονο ένα πραγμα στο κοσμο μπορει να σταθει μπροστα σ’ένα κακοκαρρδο ανθρωπο. Ένας αλλος ανθρωπος. Στην ντροπη συνηπαρχει και η δοξα μας. Μονο το πνευμα μας που είναι ικανο για το κακο , είναι ικανο και να το ξεπερνα’
……………………………………………
Μπορεις να βρεις τροφη για μας?
‘ το κυνηγι θελει χρονο και οπλα’
‘ εννοουσα, να… , ξερεις, με ξορκια’
‘να καλεσω ένα δειπνο’ ειπε ‘ θα μπορουσα . σε χρυσα πιατα αν ηθελες . αλλα αυτό είναι ψευδαισθηση, και όταν τρως ψευδαισθησεις καταληγεις πιο πεινασμενος από πριν’
‘Η μαγεια σου είναι περιεργη’ ειπε εκεινη με την ελαφρια αξιοπρεπεια των ισων Ιερεια προς Μαγιστρο ‘δειχνει να είναι χρησιμη μονο σε μεγαλα ζητηματα’
……………………………………..
‘Νομιζω ότι θα ζητησω λιγο φαγητο αν δω ένα ευγενικο προσωπο’
‘Ζητιανευουν συχνα οι μαγιστροι?
‘Γιατι ρωτας’
‘Εμοιαζες συνηθισμενος στη ζητιανια . στη πραγματικοτητα ησουν καλος σ’αυτό’
‘ ε ναι μια ζωη ζητιανευω αμα το δεις από αυτή τη σκοπια’
……………………………………………….
Ανοιξε το πανι. Όλα τα εξαρτηματα εδειχναν να εχουν υποστει μακρια και παρατεταμενη χρηση, αν και το ξεθωριασμενο κοκκινο πανι ηταν μπαλωμενο με μεγαλη φροντιδα και η βαρκα ηταν οσο πιο καθαρη και περιποιημενη γινονταν . ηταν σαν τον κυριο τους . ειχαν παει μακρια ,και δεν τους ειχαν φερθει με καλοσυνη.
‘τωρα’ ειπε ‘ τωρα ειμαστε μακρια, τωρα φυγαμε , φυγαμε τελειως . το νοιωθεις?’
………………………………………..
‘ακου τεναρ. Προσεξε τι θα σου πω. Το κακο στερεψε. Τελειωσε . θαφτηκε στον ιδιο του τον ταφο. Ποτε δεν ησουν φτιαγμενη για την σκληροτητα και το ερεβος, ησουν φτιαγμενη για να κρατας το φως, σαν ένα φαναρι που καιει συντηρωντας και προσφεροντας την λαμψη του. Βρηκα αυτό το φαναρι σβηστο. Δεν σκοπευω να το αφησω σε καποιο ερημο νησι σαν ένα πραγμα που το βρισκει κανεις και το πεταει. Θα σε παρω στη χαβνορ και θα πω στους πριγκιπες της γαιοθαλασσας
‘δεστε! Στον τοπο του σκοταδιου βρηκα το φως το πνευμα της. Χαρη σ’αυτή ένα παλιο κακο κατατροπωθηκε. Χαρη σ’αυτή βγηκα από τον ταφο. Χαρη σ’αυτή το σπασμενο εγιννε ολοκληρο.’
……………………………
‘Ελα ‘ειπε χαμογελαστος, κι εκεινη σηκωθηκε , και πηγε . σοβαρη βαδισε διπλα του στους ασπρους δρομους της χαβνορ, κρατωντας το χερι του, σαν ένα παιδι που γυριζει σπιτι.






