
Την πρωτοδα στα ολοκοκκινα ντυμενη,
καλιτεχνης με κεφαλι αυτος ψαρο
κοριτσακι αυτό μικρο,
να μαζευει ζωηρο,
παπαρουνες από καποιον αγρο.
Οι διαβατες την κοιτουσαν μαγεμενοι,
και περνουσαν μ’να βημα σιγανο,
μ’αυτος μες στο δειλινο,
ειπε μ’υφος ζωηρο ,
στο κοριτσι το φωτεινο.
Παπαρουνα χαρωπη,
παπαρουνα ζηλεμενη
οι διαβατες που διαβενουν,
σ’αγαπουνε μα σωπαινουν,
και κανεις δεν θα στο πει.
Ξεπεσμενη στου θεατρου την φουρτουνα,
κει που χορευε ένα βραδι στη σκηνη,
σαμπως ν’ακουσε βραχνη,
να της λεει καποια φωνη
απ’τη σαλα τη σκοτεινη
παπαρουνα ζηλευτη,
παπαρουνα μαραμενη,
οι διαβατες που διαβηκαν
σ’αγαπησαν μα σ’αφησαν
βουτηγμενη μες στην ντροπη.